κυβίστηση


κυβίστηση
η (Α κυβίστησις) [κυβιστώ]
ακροβατικός ελιγμός με το κεφάλι προς τα κάτω (ὀρχήσεις παίδων καὶ κυβιστήσεις», Πλούτ.)
νεοελλ.
αστρον.
1. τυχαία περιστροφή πυραύλου, δορυφόρου ή διαστημοπλοίου γύρω από έναν άξονα
2. (αθλ.) γυμναστικό άλμα που εκτελείται με τα χέρια στηριγμένα στο έδαφος και με αναστροφή τού σώματος γύρω από εγκάρσιο άξονα, κν. τούμπα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κυβιστήσῃ — κυβιστήσηι , κυβίστησις somersault fem dat sg (epic) κυβιστάω tumble head foremost aor subj mid 2nd sg (attic ionic) κυβιστάω tumble head foremost aor subj act 3rd sg (attic ionic) κυβιστάω tumble head foremost fut ind mid 2nd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακυβίστηση — η αναπήδηση από μία στάση εξαρτήσεως από δίζυγο, που φέρνει τον γυμναζόμενο σε όρθια στήριξη επάνω σ αυτό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + κυβίστηση] …   Dictionary of Greek

  • εκκυβίστηση — η 1. (στη γυμναστική) η επάνοδος από την κυβίστηση στην ορθοστασία 2. (στα διπλά σχοινιά) η μετάβαση από την ανακυβίστηση στην κατακόρυφη εξάρτηση …   Dictionary of Greek

  • εκκυβιστώ — ( άω) (Α ἐκκυβιστῶ) νεοελλ. επανέρχομαι από την κυβίστηση στην όρθια στάση αρχ. 1. πέφτω κατακέφαλα («δίφρων ἐς κρᾱτα πρὸς γῆν ἐκκυβιστώντων βίᾳ», Ευρ. Ικ.) 2. (για χορευτές) κάνω τούμπες προς τα πίσω …   Dictionary of Greek

  • επικυβιστώ — ἐπικυβιστῶ, άω (AM) κάνω κυβίστηση (= τούμπα) επάνω σε κάτι …   Dictionary of Greek

  • κυβιστητήρ — κυβιστητήρ, ῆρος, ὁ (Α) [κυβιστώ] 1. αυτός που έχει ως επάγγελμα την κυβίστηση, ο επαγγελματίας ακροβάτης και χορευτής που ήταν εξασκημένος να εκτελεί τούμπες και περιστροφικές κινήσεις στηριζόμενος στα πόδια του («δοιὼ δὲ κυβιστητῆρε κατ αὐτοὺς… …   Dictionary of Greek

  • κυβιστητεία — κυβιστητεία, ἡ (Α) η κυβίστηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < *κυβιστητεύω] …   Dictionary of Greek

  • παρακυβιστώ — άω, Μ χάνω την ισορροπία μου κατά την κυβίστηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + κυβιστῶ «βουτώ, πέφτω με το κεφάλι»] …   Dictionary of Greek

  • τούμπα — Oνομασία 3 οικισμών. 1. Οικισμός (υψόμ. 80 μ.), στην πρώην επαρχία Παιονίας, του νομού Κιλκίς. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (18 τ. χλμ.). 2. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 40 μ.), στην πρώην επαρχία Φυλλίδας, του νομού Σερρών. Είναι έδρα του ομώνυμου… …   Dictionary of Greek

  • τρικλίζω — και τρεκλίζω Ν κλονίζομαι κατά το βάδισμα, παραπαίω, παραπατώ («τρικλίζει από το μεθύσι»). [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. τρικλίζω < τρεκλίζω με αφομοίωση < τρακλίζω με τροπή τού α σε ε λόγω τού παρακείμενου υγρού (πρβλ. κράββατος > κρεββάτι, ραπάνι > …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.